Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

επόμενη μέρα (εκείνου)

Εκείνη έφυγε. ΄Ενοιωσε για λίγο στον αέρα το άρωμά της να πλανιέται δίχως πνοή και σάρκα Άνοιξε το παράθυρο να κατακλύσει το χώρο το φώς, να διώξει τα φαντάσματα.
Είχε ξημερώσει Όλα έμοιαζαν απροσδόκητα ελαφριά και ευχάριστα σα να είχε φύγει από πάνω τους η ματαιότητα και η θλίψη τούτης της συνάντησης δίχως νόημα .
Ήταν που εκείνη δεν καταλάβαινε πως όλα μεταξύ τους είχαν μια τυχαιότητα -σαν σύμπτωση έμοιαζαν -που δεν έπρεπε να διαταραχθεί αγγίζοντας το μοιραίο.
Μα εκείνη επέμενε να ντύνει τις στιγμές με την μελοδραματικότητα σμιξίματος αληθινών εραστών που αγωνιούν να ενωθούν και να χαθούν.
Αυτό τον έκανε να νοιώθει αμήχανος σχεδόν παγιδευμένος σε μια του αρχική επιπόλαιη κίνηση που θα θελε να χε τη δύναμη να την τελειώσει δίχως συνέχεια.
Με κάποιο τρόπο έμοιαζε υποχρεωμένος στη δική της θέληση κι αυτό διόλου δεν του άρμοζε.
Συρμένος σε ένα χορό που τα βήματά του δε γνώριζε, μα και δεν είχε καμμιά πρόθεση να χορέψει ,έτσι του φάνηκε.......
Αναζήτησε μέσα του το κενό μιας κάποιας απώλειας μα δεν το βρήκε Καθόλου δεν τον ένοιαζε ήταν ολότελα ξεκάθαρο και τόσο ανακουφιστικό.
Κι άλλοτε είχε νοιώσει έτσι μα δεν της το΄πε από κάποιο αίσθημα άσκοπης συμπόνιας.
Το γραψε τότε σε ένα στιχάκι που τ΄άφησε να ταξιδέψει στον ιστοχώρο μήπως και το λάβει.
Εκείνη του φανέρωσε πως μόλις πρόσφατα είχε πέσει στο δρόμο της. Σαν από μηχανής θεός .....σκέφτηκε... την ώρα που τα δαχτυλά του την αποχαιρετούσαν πυρετικά πάνω σε ένα πληκτρολόγιο.....

επόμενη μέρα (εκείνης)

με έναν αδιάφορο ήλιο να διαπερνά τα κλειστά της βλέφαρα
που απέφευγαν να αντικρύσουν την επόμενη μέρα,
σα να ήταν κρεμασμένη στην αγχόνη του χρόνου,
κινήθηκε ελάχιστα μήπως και δεν ξυπνήσει
για να μην αντικρύσει στ αλήθεια τον εφιάλτη της .
Ύστερα από καιρό εκείνος δεν ήταν εκεί ,
σαν θεματοφύλακας των ονείρων της ,σαν πρωινή αύρα στον πόθο της,
σαν αδιόρατο σφίξιμο μιας γλυκειάς ενοχής .
Αντ ΆΥΤΟΥ ένα αδιαμφισβήτητο κενό που προσδιορίσθηκε ύποπτα
από μια αίσθηση πτώσης σε βάραθρο δίχως πάτο.
Να σωθώ σκέφτηκε και βιάστηκε να γαντζωθεί στην καθημερινότητα ,
μα εκείνος δεν την άφησε .
Τον αναζήτησε παρά τη θέλησή του σε μια δισδιάστατη οθόνη ζωής ,από ένστικτο επιβίωσης κι ήταν εκεί ..........
Της έστελνε γράμματα της πέννας ενός άλλου εραστή με ελάχιστες παραλλαγές αναγνώρισης .
Λέξεις που αρνούνταν τον έρωτα ως εκδοχή και την αγάπη ως ζητούμενο.
Μόνο στιγμές γεμάτες αγωνία -να βρεθούν ή να χαθούν-
ελάχιστα διέκρινε τη διαφορά .
Ή οθόνη φάνταζε μαγικός καθρέφτης που παραποιούσε τα είδωλα
και παράλλασε τις λέξεις.
να θυμώσει δεν τaίριαζε, μα αποσβολωμένη κοίταζε την ζωή της
σε δημόσιο βλέμμα εκτεθειμένη σαν να ταν η ζ ωή μιας άλλης.
Και ήταν .
Αισθάνθηκε ηδονοβλεψίας και λαθρεπιβάτης σε χρόνο ασύγχρονο των στιγμών που έζησε.
Ξεγέλασε την κρίση της ,έτσι κι αλλιώς τα γράμματα από έναν άλλο για μια άλλη είχαν γραφεί χρόνια πριν.
Τα μάτια της θόλωσαν από τη θλίψη που κυλούσε αθέλητα
και δεν την άφηναν να δει τη συνέχεια .
Θα μιλούσε μαζί του σε κείνη τη διφορούμενη γλώσσα που μόλις μάθαινε.
Στο περιθώριο ενός ασήμαντου ιστοχώρου έγραψε ένα γράμμα από εκείνη σε εκείνον
για τον δικό της αληθινό χρόνο που το τέλος του είχε ήδη σηματοδοτηθεί.
Ή μήπως άρχιζε ,πιο πραγματικός από ποτέ "ο χρόνος του χωρισμού"