Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

αγγελικός δαίμονας

έκλεισε την πόρτα βιαστικά πίσω της δίχως να την κοιτάξει,σαν να έκλεινε απ΄έξω το φόβο. Έστρεψε νωχελικά την πλάτη του,με ένα αίσθημα ασφάλειας και ανακούφισης που είχε καιρό να νοιώσει.
Ήταν πάλι κυρίαρχος του κόσμου του ,η παρείσακτη πληθωρική παρουσία της δεν γέμιζε πια το χώρο με την αφέλεια ξεθαρεμένου χωριάτη ,ούτε η φωνή της ακουγόταν ξεδιάντροπη να αραδιάζει λέξεις ακατανόητα κι άπρεπα τρυφερές. ούτε το λάγνο βλέμμα της αιχμαλώτιζαν οι καθρέφτες των ματιών του.
Σκέφτηκε για μια στιγμή το πρόσωπό της,κάποτε του άρεσε, το έβρισκε παιδικό, σχεδόν αγγελικό, τότε τη φώναζε μωρό κι άλλοτε την έβλεπε άγρια και ζωώδη ,τότε τη φώναζε λέαινα.
Όταν τον γήτευε με το ατόφιο της χαμόγελο την έλεγε γλυκειά ψυχή.

Μα τελευταία τούτη η οικεία ζεστασιά της που του πύρωνε την ψυχή είχε αρχίζει να τον τρομάζει γιατί διαπερνούσε τη σάρκα, άγγιζε στρώματα βαθύτερα, αντάμωνε τις δίνες της αγωνίας του και φώλιαζε στοργικά τις ανάγκες του.
Οι μύχιες σκέψεις του έμοιαζαν αφόρητα εκτεθειμένες στο φως της σαν βδομαδιάτικη μπουγάδα και ένοιωσε άβολα για τούτη την αδιακρισία της να παραβιάσει το άβατο της κρυφής του αυλής.


ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΒΛΕΠΕ
Το ΄χε οριστικά αποφασίσει καθώς έκλεινε την πόρτα , στα ξαφνικά σπρωγμένος από κείνη την γνώριμη ηρεμία της θλίψης και της μοναξιάς του που του επιβεβαίωνε ακόμη μια φορά το προφανές για κείνον από χρόνια-καμιά δεν θα καταλάβαινε πόσο λεπτούς χειρισμούς απαιτούσε το να κινείσαι στο γυάλινο και εύθραυστο κόσμο του.


ΟΧΙ....ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΒΛΕΠΕ....
Έκανε το σταυρό του στο ζωγραφισμένο σε ξύλο άγιο απέναντι του, έναν από τους πολλούς που τον περιέβαλλαν
"Απεταξάμην το δαίμονα τούτο "ψιθύρισε.κοιτάζοντας την διπλοασφαλισμένη εξώπορτα.