Τρίτη 19 Μαΐου 2009

φοβάσαι

σου χάριζα τη γή μου και έψαχνες τη σήμανση για ναρκοπέδιο
σου χαμογελούσα και υποψιαζόσουνα την υστεροβουλία
σε φρόντιζα και περίμενες να σου ζητήσω αντάλλαγμα
ερχόμουν και πίστευες πως θα έμενα παρά τη θέλησή σου για πάντα
σ΄αγκάλιαζα και νόμιζες πως θα σε έσφιγγα μέχρι πνιγμού
ήμουν εκεί και φοβόσουν πως θα χανόμουν μόλις μ άγαπούσες και συ ,

Τρίτη 12 Μαΐου 2009

υπεκφυγή

δεν ήμουν εδώ όταν ήσουν εσύ
κι ήμουν εκεί όταν ήσουν εδώ
ο χρόνος φάνηκε να κάνει παιχνίδι
μα σαφώς τεχνιτή ήταν η υπεκφυγή
του χάους άμετρα υποστηρικτική
που ανάμεσα μας δόλια έχασκε
έρεβος ικανό να μας καταπιεί

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

αν υπήρχες

αν υπήρχες θα τό ΄νοιωθα
αν υπήρχα θα τό 'ξερα
αν υπήρχαμε κάτι θα χε απομείνει
μου χαμογέλασε το κενό ύποπτα
σαν τίποτα να μην είχε γίνει

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

εκκαθάριση αρχείου

Ήταν το αίτιο απλά μια μετακόμιση
που τα γραπτά σου ανέδειξε από τη λήθη
μα δεν ευοδώθηκε και σαν μετατόπιση
από την κλασσική βασική μου θεώρηση
για σένα και τα αγαπημένα σου πάθη.
΄Αμεση βλέπεις ήταν η αναγνώριση
κανένα περιθώριο δεν άφηνε στην κρίση
λογικά ν΄ αρνηθεί και να λησμονήσει
μόνο κρατήθηκε να μην ξαναελπίσει.
Θα μπορούσε βέβαια σφοδρά να αμυνθεί
κι άμεσα τη μνήμη στο χαρτί να ξεσκίσει
αρκέστηκε κρυφά κι ένοχα να τα φιλήσει
τ ΄αρχείο αρνήθηκε ξανά να εκκαθαρίσει
σε νέα θέση βιάστηκε να τα τοποθετήσει
φωτεινή και περίοπτη να τ΄ αναγεννήσει.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

ρόδα του Μάη

Σε όνειρα κοριτσίστικα καταχωνιασμένα
σε βιβλία κλειστά , αποξηραμένα
τα αρωμά σας προ καιρού στερημένα
με τα αγκάθια σας καλά κρυμμένα
τρυφερά μα βαθειά με ματώσατε
κι απλόχερα σε άλλους δώσατε
όλ΄ αυτά που και σε μένα τάξατε .
Της καρδιάς τα δώρα λησμονήσατε
απέριττα και σ΄εμέ να προσφέρετε
έτσι απλά κι αναιδώς με εξαιρέσατε,
ρόδα του Μάη , πόσο με πονέσατε.......


Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

αφέλειας μνημείον

νεροκουβάλησες καιρό
αγάπη και αφοσίωση
σε ένα πηγάδι δίχως πάτο
η κούραση αναπόφευκτη
μα δεν σ' απέτρεψε αυτό
να συνεχίζεις αδιάληπτα
η αποκάλυψη πως ήταν
εντελώς πλεονάζον
και ενοχλητικό μάλλον
αυτό σε διέλυσε
ως αφέλειας μνημείον

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

δεν μένω πια εδώ

στο άδειο σου βλέμμα να χωρέσω δεν μπορώ

το ξέρουμε καλά δεν μένω πια εδώ

τόσο ένοχα προσδιόρισες εαυτό

διαγράφοντας με ως κάτι περιττό

ποιος πόνεσε περισότερο

να διακρίνω πια αδυνατώ

τα κομμένα μου φτερά

είναι τα άδεια μου χέρια

άβολα συστρέφονται

σε ένα κορμί δίχως ψυχή

να αγκαλιάσουν δεν φείδονται

πιότερο να ξέρεις φοβούνται

εκείνη την απωθημένη έλξη

που μεταμφιέζεται σε οργή

δική σου ήταν η οργή,

την έλξη πως τη σκότωσες ?

δεν αναρωτιέμαι πια το γιατί

το πώς είναι που νοιάζομαι

να μάθω για να σε μιμηθώ

δεν μένω πια εδώ

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

τραπέζι για τρεις

έπαιξες τα φύλλα σου νωρίς
άσσοι δίχως αντίκρυσμα
σ΄ένα τραπέζι για τρείς
να ρεφάρεις δεν μπορείς
χωρίς να ρισκάρεις
ούτε και να εκτεθείς.
Γι αυτό και ρισκάρισα
μα δεν ισοφάρισα,
το τέλος βλέπεις
ήταν απρόβλεπτο ,
το παιχνίδι παίχτηκε
σαν αγωνία που τέρπει
στο τέλος κατέληξε
σε απελπισία θαρρείς.
Γιατί το υπερτίμησες?
χρόνος ήτανε που έπρεπε να ξοδευτεί
μήπως και σε πνίξει
γι αυτό και τον τέλειωσες .
Σα νερό που στην έρημο άδειασες'
απίθανο θα ταν να καρπίσει
.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

μα δεν....

ένα υδάτινο σεντόνι μ΄εμπόδιζε να σε δω,
μα όχι και να σε φανταστώ ,
θα μπορούσe να ήταν και από δάκρυα
μα δεν ήταν!
Μια φωτογραφία που ποτέ δεν τράβηξα
άφηνε το υπονοούμενο της ύπαρξής σου στον εγκέφαλό μου
σα να ταν δικιά μου μα δεν ήταν,
ένα τηλεσκόπιο στραμένο προς στον ουρανό
μα εγώ δεν ήμουν από την πλευρά των αστεριών ,
όμορφη που ήταν η θέα μέσα απ το παραθυρό σου
μα εγώ δεν την έβλεπα πια από κεί.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

αρνητής της λύτρωσης

έζωσε η ασκήμια ασφυχτικά το κορμί

κι η σιωπή τα λόγια τα θερμά απόδιωξε

σπασμένο κατάρτι από ναυάγιο η ψυχή

τη λήθη κάλεσε , δώρα άκριβά της έταξε

με θλιβερό αντίτιμο τις μονάκριβες στιγμές

στο τίποτα το λυτρωτικό να αρνηθεί


μ α εκείνη περήφανα προσπέρασε

προτιμούσε μαζί τους να εκτελεσθεί

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

στο μεταξύ δεν προλαβαίνεις......

δεν προλαβαίνεις να ζεις γιατί στο μεταξύ ονειρεύεσαι πολύ
δεν προλαβαίνεις να ζεις γιατί στο μεταξύ αναλώνεσαι πολύ
δεν προλαβαίνεις να ζεις γιατί στο μεταξύ
διαχέεσαι πολύ
ανειρμάτιστα
ανάμεσα σε ανθρώπους και πράγματα
αναζητώντας νοήματα διαφυγόντα και κέρδη δήθεν ανέξοδα.
Σε τριγυρνούσα σα μέλισσα τη γύρη λουλουδιόύ μεθυστικού.
Όταν εντέλει από το άρωμά σου ναρκώθηκα
στην θαλπωρή της φαντασίωσής μου ήταν αργά να αντιδράσω,
σαν ξύπνησα αναρωτήθηκα μήπως απλά διαιρέθηκα
κι ήμουν η γύρη , η μέλισσα και το λουλούδι μαζί.
Ξέρω μια λέξη να τα χωρέσω όλα τούτα, τόσο περιεκτική
στο λεξιλόγιό μου όμως από καιρό απαγορευμένη να χρησιμοποιηθεί
.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

χωρίς φόβο και πάθος

Ανακάτωσα τα εσώψυχά μου
με την αδεξιότητα νεόκοπης νοικοκυράς
που ψάχνει τα συρτάρια της,
με μια ύπουλη και καλά κρυμμένη αγωνία
μήπως και δεν βρώ τα ματωμένα
στο μέρος της καρδιάς
κατάσαρκα ασπρόρουχα μου
που άτσαλα και πρόχειρα έθαψα
κάτω από τα πολύχρωμα πανωφόρια
των δημόσιων επιδεί ξεών μου.
Έκαμνα συχνά τούτο τον έλεγχο
σχεδόν καταναγκαστικά
μήπως και δεν μου βγεί το μέτρημα
Μετά από καιρό
από τον τσαλακωμένο σωρό έλειπαν δυο
Τα ονομάτισα και τρυφερά τα αποχαιρέτισα,
το φόβο μου τον νανούρισα
πριν του σφαλίσω τα μάτια
και στο πάθος μου έψαλλα τον επικήδειο.
Ένοιωσα ανυπόφορα ασφαλής
και αισιόδοξη πως σύντομα
θα εγκατέλειπα το θλιβερό μέτρημα
τούτου του μάταιου απολογισμού.
Άλλωστε οι αιμάτινες κηλίδες με τον καιρό
έμοιαζαν με ξεχρωμισμένα σχέδια
απερίσκεπτου και άτεχνου ζωγράφου.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

ανάνηψη

την έχασα, τη χώρα που χα ονειρευτεί να ταξιδέψω,
σαν σε μαγικό χάρτη.
Έσβησα τα σημάδια της ψυχής σου πάνω μου,
έκλεισα τα παράθυρα να εκλείψει ο αέρας
η ασφυξία να αποτελειώσει τις πλάνες,
άνοιξα το φώς να διώξω τα φαντάσματα,
γύρισα τη σελίδα που ζωγράφιζα τις μνήμες.
Γδύθηκα τα πρόσκαιρα και δανεικά μου ρούχα
στάθηκα γυμνή μέσα καΙ έξω σαν βρέφος
μπροστά στην κολυμπήθρα της ανάνηψης,
ντράπηκα και έκλαψα για την έκθεσή μου στα μάτια σου
μα να πονέσω πιά δεν μπορούσα,
το κενό με κατέκλυσε τρομακτικ'ο όπως και πρώτα

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

τα ψέματα που λατρέψαμε

Όταν η αλήθεια δεν μας έφτανε λέγαμε ψέματα
για να τη συμπληρώσουμε ,

όταν η πραγματικότητα μας μπέρδευε λέγαμε ψέματα
για να την διευκρινίσουμε,

'οταν το παρόν μας στένευε λέγαμε ψέματα
για να το διευρύνουμε,

όταν εκθέταμε στον πόνο τις ψυχές μας
λέγαμε ψέματα για να τις γιατρέψουμε ,

όταν νοιώθαμε ασήμαντοι για να αγαπηθούμε
λέγαμε ψέματα για να λατρευτούμε,

όταν στο τίποτα αρμενίζαμε
λέγαμε ψέματα για να προσανατολιστούμε,

όταν το κουράγιο βρήκαμε την αλήθεια να πούμε
ήταν αργά πια να αλληλοπιστευτούμε.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

επόμενη μέρα (εκείνου)

Εκείνη έφυγε. ΄Ενοιωσε για λίγο στον αέρα το άρωμά της να πλανιέται δίχως πνοή και σάρκα Άνοιξε το παράθυρο να κατακλύσει το χώρο το φώς, να διώξει τα φαντάσματα.
Είχε ξημερώσει Όλα έμοιαζαν απροσδόκητα ελαφριά και ευχάριστα σα να είχε φύγει από πάνω τους η ματαιότητα και η θλίψη τούτης της συνάντησης δίχως νόημα .
Ήταν που εκείνη δεν καταλάβαινε πως όλα μεταξύ τους είχαν μια τυχαιότητα -σαν σύμπτωση έμοιαζαν -που δεν έπρεπε να διαταραχθεί αγγίζοντας το μοιραίο.
Μα εκείνη επέμενε να ντύνει τις στιγμές με την μελοδραματικότητα σμιξίματος αληθινών εραστών που αγωνιούν να ενωθούν και να χαθούν.
Αυτό τον έκανε να νοιώθει αμήχανος σχεδόν παγιδευμένος σε μια του αρχική επιπόλαιη κίνηση που θα θελε να χε τη δύναμη να την τελειώσει δίχως συνέχεια.
Με κάποιο τρόπο έμοιαζε υποχρεωμένος στη δική της θέληση κι αυτό διόλου δεν του άρμοζε.
Συρμένος σε ένα χορό που τα βήματά του δε γνώριζε, μα και δεν είχε καμμιά πρόθεση να χορέψει ,έτσι του φάνηκε.......
Αναζήτησε μέσα του το κενό μιας κάποιας απώλειας μα δεν το βρήκε Καθόλου δεν τον ένοιαζε ήταν ολότελα ξεκάθαρο και τόσο ανακουφιστικό.
Κι άλλοτε είχε νοιώσει έτσι μα δεν της το΄πε από κάποιο αίσθημα άσκοπης συμπόνιας.
Το γραψε τότε σε ένα στιχάκι που τ΄άφησε να ταξιδέψει στον ιστοχώρο μήπως και το λάβει.
Εκείνη του φανέρωσε πως μόλις πρόσφατα είχε πέσει στο δρόμο της. Σαν από μηχανής θεός .....σκέφτηκε... την ώρα που τα δαχτυλά του την αποχαιρετούσαν πυρετικά πάνω σε ένα πληκτρολόγιο.....

επόμενη μέρα (εκείνης)

με έναν αδιάφορο ήλιο να διαπερνά τα κλειστά της βλέφαρα
που απέφευγαν να αντικρύσουν την επόμενη μέρα,
σα να ήταν κρεμασμένη στην αγχόνη του χρόνου,
κινήθηκε ελάχιστα μήπως και δεν ξυπνήσει
για να μην αντικρύσει στ αλήθεια τον εφιάλτη της .
Ύστερα από καιρό εκείνος δεν ήταν εκεί ,
σαν θεματοφύλακας των ονείρων της ,σαν πρωινή αύρα στον πόθο της,
σαν αδιόρατο σφίξιμο μιας γλυκειάς ενοχής .
Αντ ΆΥΤΟΥ ένα αδιαμφισβήτητο κενό που προσδιορίσθηκε ύποπτα
από μια αίσθηση πτώσης σε βάραθρο δίχως πάτο.
Να σωθώ σκέφτηκε και βιάστηκε να γαντζωθεί στην καθημερινότητα ,
μα εκείνος δεν την άφησε .
Τον αναζήτησε παρά τη θέλησή του σε μια δισδιάστατη οθόνη ζωής ,από ένστικτο επιβίωσης κι ήταν εκεί ..........
Της έστελνε γράμματα της πέννας ενός άλλου εραστή με ελάχιστες παραλλαγές αναγνώρισης .
Λέξεις που αρνούνταν τον έρωτα ως εκδοχή και την αγάπη ως ζητούμενο.
Μόνο στιγμές γεμάτες αγωνία -να βρεθούν ή να χαθούν-
ελάχιστα διέκρινε τη διαφορά .
Ή οθόνη φάνταζε μαγικός καθρέφτης που παραποιούσε τα είδωλα
και παράλλασε τις λέξεις.
να θυμώσει δεν τaίριαζε, μα αποσβολωμένη κοίταζε την ζωή της
σε δημόσιο βλέμμα εκτεθειμένη σαν να ταν η ζ ωή μιας άλλης.
Και ήταν .
Αισθάνθηκε ηδονοβλεψίας και λαθρεπιβάτης σε χρόνο ασύγχρονο των στιγμών που έζησε.
Ξεγέλασε την κρίση της ,έτσι κι αλλιώς τα γράμματα από έναν άλλο για μια άλλη είχαν γραφεί χρόνια πριν.
Τα μάτια της θόλωσαν από τη θλίψη που κυλούσε αθέλητα
και δεν την άφηναν να δει τη συνέχεια .
Θα μιλούσε μαζί του σε κείνη τη διφορούμενη γλώσσα που μόλις μάθαινε.
Στο περιθώριο ενός ασήμαντου ιστοχώρου έγραψε ένα γράμμα από εκείνη σε εκείνον
για τον δικό της αληθινό χρόνο που το τέλος του είχε ήδη σηματοδοτηθεί.
Ή μήπως άρχιζε ,πιο πραγματικός από ποτέ "ο χρόνος του χωρισμού"

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

ΈΚΠΤΩΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω της και κατάλαβε πως ήταν για πάντα.Κι ας μην είχε ειπωθεί λέξη γι αυτό.Ούτε διαίσθηση θα το έλεγες . Το βλέμμα του που στένευε σαν να μην την χωρούσε πια και τ΄ ότι δεν αιχμαλωτίζονταν πια στο δικό της, με κάποιο τρόπο την είχε προειδοποιήσει. .

Για μια στιγμή μόνο έλπισε πως η πόρτα θα ξανάνοιγε και κείνος θα την καλούσε πίσω, για μια στιγμή μόνο, σαν σε ρομαντική ταινία.....

"Γίνεσαι γελοία" την κορόιδεψε η εναπομείνασα λογική της ,ανάλγητα σαν να μην ήταν δική της..Το πάτωμα του διαδρόμου έγινε απότομα τραχύ κάτω από τα πόδια της οι τοίχοι την πλάκωσαν στενεύοντας την οπτική της, κοίταξε για τελευταία φορά πίσω της πριν αρχίσει να κατεβαίνει στο πουθενά.

Η πόρτα παρέμεινε ερμητικά κλειστή ,χρειάζομαι αέρα, σκέφτηκε και φως...

Βγήκε στο δρόμο . Σε αντίθεση με τη μάλλον επιμελημένη εμφάνισή της ένοιωθε ανεπανόρθωτα τσαλακωμένη,σαν χαρτί που πετάχθηκε στο καλάθι σε αιφνίδια εκκαθάριση.

Κάποιος περαστικός την πλησίασε"γυναίκες σαν εσας δεν θα πρεπε να κλαίνε" ντράπηκε ,ψέλλισε ευχαριστώ, σαν φιλοφρόνηση της φάνηκε,συνειδητοποίησε πως έκλαιγε,έβαλε τα γιαλιά της να κρυφτεί και ασυναίσθητα έκλεισε το παλτό της. Δεν κρύωνε, στιγμιαία πίστεψε πως οι άλλοι περιεργάζονταν τις πληγές στο κορμί της. Για την ψυχή της δεν ανησύχησε, γιατί ένοιωθε πως δεν είχε ΄ σαν να είχε μείνει ώρα στην παγωνιά κι είχε ξυλιάσει.
Δεν ήταν σε θέση να κάνει κάποια ανασκόπηση το μόνο που διέκρινε στην ομίχλη της απόγνωσης ήταν πως για κάποιο λόγο είχε κάνει το ανεπίτρεπτο μαζί και απαγορευμένο.

Τόλμησε να ονειρευτεί, να απλώσει το χέρι στο μήλο του έρωτος κι ας την είχαν προειδοποιήσει για την τιμωρία..... Εκδιωγμός από τον παράδεισο.......δεν μπορούσε να ισχυρισθεί πως δεν ήξερε.
Έσυρε βαριά τα βήματά της ,με το στίγμα της έκπτωτης............

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

αγγελικός δαίμονας

έκλεισε την πόρτα βιαστικά πίσω της δίχως να την κοιτάξει,σαν να έκλεινε απ΄έξω το φόβο. Έστρεψε νωχελικά την πλάτη του,με ένα αίσθημα ασφάλειας και ανακούφισης που είχε καιρό να νοιώσει.
Ήταν πάλι κυρίαρχος του κόσμου του ,η παρείσακτη πληθωρική παρουσία της δεν γέμιζε πια το χώρο με την αφέλεια ξεθαρεμένου χωριάτη ,ούτε η φωνή της ακουγόταν ξεδιάντροπη να αραδιάζει λέξεις ακατανόητα κι άπρεπα τρυφερές. ούτε το λάγνο βλέμμα της αιχμαλώτιζαν οι καθρέφτες των ματιών του.
Σκέφτηκε για μια στιγμή το πρόσωπό της,κάποτε του άρεσε, το έβρισκε παιδικό, σχεδόν αγγελικό, τότε τη φώναζε μωρό κι άλλοτε την έβλεπε άγρια και ζωώδη ,τότε τη φώναζε λέαινα.
Όταν τον γήτευε με το ατόφιο της χαμόγελο την έλεγε γλυκειά ψυχή.

Μα τελευταία τούτη η οικεία ζεστασιά της που του πύρωνε την ψυχή είχε αρχίζει να τον τρομάζει γιατί διαπερνούσε τη σάρκα, άγγιζε στρώματα βαθύτερα, αντάμωνε τις δίνες της αγωνίας του και φώλιαζε στοργικά τις ανάγκες του.
Οι μύχιες σκέψεις του έμοιαζαν αφόρητα εκτεθειμένες στο φως της σαν βδομαδιάτικη μπουγάδα και ένοιωσε άβολα για τούτη την αδιακρισία της να παραβιάσει το άβατο της κρυφής του αυλής.


ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΒΛΕΠΕ
Το ΄χε οριστικά αποφασίσει καθώς έκλεινε την πόρτα , στα ξαφνικά σπρωγμένος από κείνη την γνώριμη ηρεμία της θλίψης και της μοναξιάς του που του επιβεβαίωνε ακόμη μια φορά το προφανές για κείνον από χρόνια-καμιά δεν θα καταλάβαινε πόσο λεπτούς χειρισμούς απαιτούσε το να κινείσαι στο γυάλινο και εύθραυστο κόσμο του.


ΟΧΙ....ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΒΛΕΠΕ....
Έκανε το σταυρό του στο ζωγραφισμένο σε ξύλο άγιο απέναντι του, έναν από τους πολλούς που τον περιέβαλλαν
"Απεταξάμην το δαίμονα τούτο "ψιθύρισε.κοιτάζοντας την διπλοασφαλισμένη εξώπορτα.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Ατέλειωτο λικέρ

λικέρ με άρωμα μαστίχας

πριν η μετά

πότε το πινα δε θυμάμαι,

μα μοιάζει ατέλειωτο

ή μήπως το φυλάω ?

μή μου σωθεί και σ΄ αρνηθώ

πριν η μετά

δεν πρόκειται να θυμηθώ,

μα το πίνω κάθε βραδιά

μια σταγόνα τη φορά

μήπως και τελειώσει

πριν η μετά

πάλι δε θυμάμαι ΄

τωρα το πίνω και φοβάμαι

μήπως μεθύσω και χαθώ

εκεί που δεν θα θελες να μαι